A! μπε μπα Blog! το Μπινελικοδρόμιο.. - 5 new articles


Κουράστηκα..


Κάθομαι και αναπολώ κάποιες στιγμές μερικά πράγματα.
Δέν ξέρω τι με έπιασε σήμερα, και πήρα σβάρνα καμιά εξηνταριά blogs που παρακολουθώ διαβάζοντάς τα, επιλεγμένα εντελώς τυχαία και δίχως να σχολιάσω, λόγω χρόνου, μιας και το να τα επισκευθώ όλλα είναι πλέον αδύνατον, έχοντας στην λίστα μου, πολύ πάνω απο πεντακόσια ιστολόγια, και που αν σχολίαζα κι όλας, δεν θα προλάβαινα να δώ ούτε τα μισά απο όσα επισκεύθηκα.

Το blog αυτό το ξεκίνησα στις 22 Νοέμβρη του 2007. Ασχολούμουν όμως με το blogging απο πιο παλιά, απλά σε άλλες πλατφόρμες, πάνω απο εφτά χρόνια. Και τότε ήμουν στην κατηγορία των αρχαρίων φυσικά. Μάθαινα ακόμη, μα επειδή έχω την συνήθεια να ψάχνω και να πειραματίζομαι συνέχεια με ότι καταπιάνομαι σε βαθμό μανίας, πιστεύω πως έμαθα πάρα πολλά ως τώρα.
Καθόμουν λοιπόν σήμερα και αναλογιζόμουν, τι έκανα αυτά τα δύο χρόνια, τι κατάφερα, τι δεν κατάφερα, και πολλά παρόμοια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, είδα πολλά ιστολόγια να κλείνουν η να παρατιούνται έρημα στην τύχη τους, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο πιο συνηθισμένος λόγος ήταν (πιστεύω) ότι ο δημιουργός τους βαρέθηκε, κουράστηκε, σιχάθηκε κάποια πράγματα, η απελπίστηκε. Τον πραγματικό λόγο τον γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι φυσικά, εγώ υποθέσεις μπορώ να κάνω μονάχα.

Στο σημείο να τα παρατήσω η να κάνω νέο ξεκίνημα, έφτασα κι εγώ, πολλές φορές μάλιστα, κι όχι μία και δύο, ακόμη το σκέφτομαι για να λέω την αλήθεια. Ένοιωσα πολύ συχνά να βαριέμαι απ' όλλα αυτά, ένοιωσα πολλές φορές σιχαμάρα για κάποιους παντελώς ακοινώνητους, απογοήτευση και θυμό.

Τι κατάφερα λοιπόν αυτά τα δύο χρόνια;
Κατάφερα να φτιάξω ένα blog, που είναι για πολλούς πρότυπο και πηγή έμπνευσης, μεταφράζοντας ολόκληρα κείμενα απο Αγγλικά στα Ελληνικά, για άτομα που δεν τα καταφέρνουν καλά στις ξένες γλώσσες, και δείχνοντάς τους όσο πιο αναλυτικά γινόταν πώς να κάνουν κάποια πράγματα που τους ενδιέφεραν, άλλοτε με εικόνες, άλλοτε με video και άλλοτε αυτούσια όσο γινόταν.
Πολλοί μιμήθηκαν τα χρώματά του, το στήσιμό του, τα widget και την θεματολογία του.
Κατάφερα να το φέρω σε μια θέση αρκετά ψηλά σε κατατάξεις και βαθμολογίες, με αρκετούς follower, μα πάνω απ' όλλα φίλους, με αρκετούς καθημερινούς επισκέπτες και εγγραφές σε Rss και Newsletter.

Κι όμως, δεν αισθάνομαι την ικανοποίηση που περίμενα.
Γιατί ενώ ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως οι κώδικες και τα διάφορα wιdget είναι δικά μου (απλά τα μετέφρασα) κάποιοι δεν έχασαν ποτέ ευκαιρία να με κατηγορήσουν πως τα οικοιοποιήθηκα δήθεν.
Πάντα όμως άφηνα τα link των script ανέπαφα, ώστε να μπορεί να δεί κάποιος που γνωρίζει Αγγλικά, την ανάρτηση απο την ίδια την πηγή, και να δεί και τα υπόλοιπα που έχουν ώστε να επωφεληθεί μόνος του.

Επίσης, δεν αισθάνομαι ικανοποίηση για έναν ακόμη λόγο.
Γιατί, δεν κατάφερα αυτά που ήταν ο πραγματικός μου στόχος, και η πραγματική αιτία που έγινα blogger. Να φτιάξω ένα blog που να αποτελείται απο Έλληνες, και να απευθύνεται σε Έλληνες με πνεύμα συλλογικό, ένα blog που να έχει φωνή και άποψη και να 'ναι η φωνή τους, ένα blog που να μιλάει σε όλους, πέρα απο widgets και κώδικες.

Αντί αυτού, έβαλα μπελά στο κεφάλι μου, ασχολούμενος με κάτι ανίκανους κόπανους που εμφανίζονταν απο το πουθενά φορώντας μάσκες ανωνυμίας για να βγάλουν την σαπίλα απο μέσα τους. ¨Εμπλεξα με μια κακιά ράτσα, η οποία το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να κατακρίνει, να συκοφαντεί ασύστολα, και να καταδικάζει τυφλά και επιπόλαια, κάθε έναν και κάθε τι που δεν μπορεί να φτάσει.
Κάπου διάβασα ένα που πραγματικά με εκφράζει και τα λέει όλα, και το έχω ψηλά να φαίνεται:
"Αν πέσεις, κανένας δεν θα σε σηκώσει.
Αν ανεβείς, όλοι θα προσπαθήσουν να σε ρίξουν
".
Πόσο αληθινό είναι..


Συνάντησα κάθε καρυδιάς καρύδι εδώ μέσα. Και μιλάω, όχι για τα καλά και εύγευστα, μα για τα καρύδια τα χαλασμένα, τα τζούφια, τα πικρά, αυτά που μόλις τα δαγκώσεις, αρχινάς και φτύνεις φαρμακωμένος.
Καραδοκούν σαν ύαινες, να σε τσακώσουν να κάνεις τάχα κάποιο λάθος, και που όσο μικρό κι αν είναι, θα το ζυμώσουν σαν ζυμάρι, πλάθοντάς το ώστε να γίνει δεκαπλάσιο σε μέγεθος, και με αυτό θα σε χτυπάνε μέχρι να κουραστείς και να σιχαθείς, ξεφωνίζοντας σαν υστερικές κατίνες γεμάτοι χαρά και ικανοποίηση αν τα καταφέρουν.

Ξέρω ότι επαναλαμβάνομαι, λυπάμαι, μα δεν πάει άλλο.
Κουράστηκα να με προσβάλουν ανώνυμα, άφαντοι πάντα, κρυμένοι πίσω απο το δάχτυλό τους το οποίο είναι στραμένο συνεχώς με κακία και φθόνο κατά πάνω μου, και κατά πάνω όλων των άλλων, δίχως ποτέ να δείχνει τους ίδιους, λόγω της ανυπαρξίας τους.
Ποτέ δεν έχουν να πούν για κανέναν έναν καλό λόγο, ποτέ δεν θα σου δώσουν ένα χτύπημα στην πλάτη φιλικά, κι όταν το κάνουν, θα είναι τόσο δυνατό, για να σε ρίξουν κάτω σφαδάζοντας απο πόνο. Θα σε πληγώσουν με κάθε τρόπο και κάθε μέσον.
Ύπουλοι και σιχαμένοι.
Ελεεινοί και μίζεροι, σαν ύαινες.
Οι ύαινες του διαδικτύου.
Τα κοράκια, οι γύπες, που περιμένουν να γονατίσεις, να πέσεις, για να σε φάνε.
Να σε κάνουν να σιχαίνεσαι για την καταγωγή σου, να φοβάσαι να εμπιστευθείς άνθρωπο, και να χαίρεσαι που ζείς μακρυά τους, κι ας είσαι στην άλλη άκρη της γής.
Να φτάσεις στο σημείο να λές, "όσο μακρυά απο τέτοιους, τόσο καλύτερα".

Άραγε γιατί; Τι είναι αυτό που σας έκανε έτσι ρε ψοφίμια; Δεν κουραστήκατε να κάνετε κακό; Γιατί αυτή η κατάντια; Γιατί αυτή η μιζέρια; Καταντήσατε ένας όχλος που φωνάζει παράφωνα, δίχως ηγέτες, δίχως σκοπό, δίχως στόχους, δίχως στρατηγική, δίχως ελπίδα, δίχως επιτυχία, δίχως ιδανικά, δίχως εξυπνάδα. Ένα μεγάλο τίποτε. Ένας όχλος που τον τραβάνε απο τη μύτη δέκα πονηροί, κι αυτός ακολουθάει, με μόνο σκοπό να κάνει κακό στους άλλους.
Αν όμως βρεθεί στον δρόμο σας κάποιος που νοιάζεται για σας απλώνοντάς σας το χέρι και δίνοντάς σας ότι μπορεί κι όπως μπορεί, θα τον κοιτάξετε πρώτα καχύποπτα, μετά περιφρονητικά, και κατόπιν θα τον διώξετε με κάθε μέσον, πετροβολώντας τον. Αχάριστοι όσο κανένας, σε βαθμό εγκληματικό, χειρότεροι κι απο Φαρισαίοι.

Φθονερέ τύπε που την είδες ο "εφιάλτης" μου, σου πάει η έκφραση "Ραγιάς", δεν στη βγάλανε τυχαία, και ποτέ σου δεν θα πάψεις να είσαι ένας φτηνός ραγιάς, ένας μίζερος ραγιάς. Ένας τιποτένιος Γραικός θα μείνεις για όλο τον κόσμο όσο θα συνεχίζεις να σκέφτεσαι και να ενεργείς με αυτόν τον τρόπο.. Ένα μίζερο απολιφάδι ξεχασμένων χρόνων, που πάντα θα ψάχνεις να ρίξεις τις δικές σου ευθύνες και την δική σου μιζέρια σε άλλους, και που πάντα φταίνε οι άλλοι για τα δικά σου λάθη και την κατάντια σου, που πάντα θα τα περιμένεις όλα έτοιμα, και που το "δεν βαρυέσαι" το έχεις εμβατήριο, κρυμένος πάντα στις σκιές, καραδοκώντας ύπουλα για να χτυπήσεις πισώπλατα και φορώντας διάφορες μάσκες.
Δεν ξέρω πόσοι φίλοι, μου έχουν απομείνει ακόμη, πόσοι πιστεύουν σε μένα, πόσοι με παραδέχονται γι αυτό που είμαι ή γι αυτό που δεν είμαι, και πόσοι με δέχονται έτσι όπως είμαι, με τα καλά μου, τα στραβά μου και τα λάθη μου.
Όπως δεν ξέρω επίσης και πόσοι "εχθροί" μου έχουν μαζευτεί εκεί έξω, καραδοκώντας να αρπαχτούν χαιρέκακα απο το επόμενό μου λάθος. Σίγουρα λιγόστεψαν οι πρώτοι, και σίγουρα πλήθαιναν οι δεύτεροι, μα αυτά έχει, το να είσαι Έλληνας που προσπαθεί να ανέβει, όσο μπορεί.. και ένα παραπάνω, αν είσαι Έλληνας που ζεί μακρυά απο την Ελλάδα.
Τότε είναι που σε θεωρούν το "μαύρο πρόβατο", οι δήθεν κρυπτορατσιστές, και που παριστάνουν τους αντιρατσιστές.

Συγχωρέστε μου το θυμό, μα τελευταία αισθάνομαι πολύ συχνά την ανάγκη να ξεσπάσω, έχοντας τόσα πολλά καθημερινά προβλήματα στο κεφάλι μου, και ένα τέτοιο πνίξιμο, σε σημείο που να σκέφτομαι σοβαρά πλέον να σταματήσω να γράφω, κλείνοντας το blog τελείως, ειδικά μετά τον βρώμικο πόλεμο τους τελευταίους μήνες απο μια καλά οργανωμένη κλίκα και κάποιες μονάδες ελεεινής μορφής.
Έδωσα κάποτε τον λόγο μου σε κάποιον, να μην πω πουθενά κάποια μυστικά που μου εκμηστηρεύτηκε, για κάποιον bloger της κακιάς ώρας, ο οποίος με έβριζε ασταμάτητα και του έβαζε φυτίλια να μου εναντιωθεί. Δεν θα το κάνω ούτε τώρα, γιατί κρατάω τον λόγο μου πάντοτε. Απλά, κουράστηκα, ειλικρινά κουράστηκα.
Το μόνο που με σταματούσε να το κάνω μέχρι τώρα, ήταν, το μεράκι μου γι αυτό που έκανα, και εσείς οι φίλοι μου, που έχω αποκτήσει αυτά τα δύο χρόνια, και όσο λίγοι κι αν θεωρείστε απο μερικούς, για μένα είστε λαός.

Εύχομαι να αξιωθώ κάποια μέρα να γνωρίσω όσους απο εσάς μπορέσω απο κοντά, να σας σφίξω και προσωπικά το χέρι πίνοντας παρέα σας ένα ποτηράκι, σαν ένα μικρό ευχαριστώ για την συντροφιά που μου κρατήσατε όλο αυτό το διάστημα των δύο χρόνων, κάνοντάς με να αισθάνομαι τόσο όμορφα με τη ζεστασιά και την παρέα σας, και ταυτόχρονα, μέσω εσάς, να αισθάνομαι τόσο κοντά στην μακρυνή πατρίδα. Ίσως είναι κάτι, που, εσείς δεν μπορείτε να νοιώσετε, μιας και ζείτε εκεί. Ρωτήστε απλά εμάς, όλους εμάς που ζούμε μακρυά, τι σημαίνει νοσταλγία..

Όσο για το κλείσιμο του Blog, -και επειδή δεν με λένε Τρωκτικό να παίζω παιχνιδάκια για εντυπωσιασμό- θα δείξει σύντομα αν θα το αποφασίσω, η άν θα συνεχίσω να γράφω.
Νικόλας (ΑΑΤΟΝ)


Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ.


Έκθεση Ιδεών: Οικογενειακό τραπέζι
Της ΕΛΕΝΑΣ ΑΚΡΙΤΑ ela@ath.forthnet.gr


Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ είναι μια πολύ αγαπημένη οικογένεια. Είναι ο αγαπημένος μου μπαμπάς, η αγαπημένη μου μαμά, ο αγαπημένος μου αδελφός και στον κάτω όροφο η αγαπημένη μου γιαγιά και ο αγαπημένος μου παππούς.

Τον αγαπημένο μου μπαμπά δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί για τη δουλειά και γυρίζει τα μεσάνυχτα. Δηλαδή κανονικά γυρίζει στις 7.00 μ.μ., αλλά κάνει και πέντε ώρες γύρω γύρω το τετράγωνο μέχρι να βρει να παρκάρει.
Κι όταν έρχεται δεν είναι και πολύ χαρούμενος και καθόλου δεν μοιάζει με τους μπαμπάδες των διαφημίσεων που μπαίνουν μέσα με δωράκια και σοκολάτες και τα παιδιά πηδάνε στην αγκαλιά του κι αυτός γελάει και τα στριφογυρίζει ψηλά. Εμάς λέει: «Άι σιχτίρι, το κωλοκράτος μου μέσα» και βροντάει τα κλειδιά στο συρτάρι.

Την αγαπημένη μου μαμά δεν τη βλέπω επίσης, γιατί κι αυτή δουλεύει αλλά έρχεται σπίτι με το λεωφορείο. Και μετά πλένει, σιδερώνει, σφουγγαρίζει, μαγειρεύει και βρίζει τον μπαμπά που δεν πήρε τυρί τριμμένο από το σούπερ μάρκετ. Και δεν μοιάζει καθόλου με τις μαμάδες των διαφημίσεων, γιατί δεν μαγειρεύει βαμμένη ούτε με ψηλοτάκουνα. Κι όταν λερώσουμε το μπλουζάκι με σοκολάτες δεν γελάει χαρούμενη που έχει το σωστό απορρυπαντικό, αλλά μας λέει: «Ε, βέβαια. Άμα έχετε τη δουλάρα.

Άντε βγάλ΄ το, τελείωνε, ΤΕΛΕΙΩΝΕ λέμε, την τύχη μου που στραβώθηκα και τον παντρεύτηκα».

Τον αγαπημένο μου αδελφό δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί λείπουμε κι οι δυο στο σχολείο και μετά εκείνος πηγαίνει φροντιστήριο και μετά κλείνεται στο δωμάτιό του και μετά ανοίγει το κομπιούτερ του και μετά ψάχνει γυμνές κυρίες και μετά τις βρίσκει και μετά χαίρεται.
Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, ο αδελφός μου κι εγώ είμαστε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια και κάθε Κυριακή μεσημέρι κάνουμε ένα πολύ αγαπημένο οικογενειακό τραπέζι κι εκεί έχουμε όλο τον χρόνο να τσακωθούμε μεταξύ μας.
Ο μπαμπάς μαλώνει τον αδελφό μου που δεν διαβάζει αρκετά και μετά μαλώνει εμένα που δεν τα τρώω τα παντζάρια. Και μετά η μαμά μαλώνει τον μπαμπά μου γιατί μας μαλώνει, γιατί είναι «αντιπαιδαγωγικό» λέει. Και μετά η μαμά μου μαλώνει τον αδελφό μου που πετάει τα μποξεράκια του στη μοκέτα κι έχει και τη μέση της και μετά μαλώνει εμένα που θέλω να μου πάρουνε κινητό.

Και μου λέει: «Έκανε κι η μύγα κώλο και ζητάει κινητό». Κι εγώ της λέω: «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό που είναι και 27 μέρες μικρότερη;». Κι η μαμά μου μού λέει: «Δεν με νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία, εμένα με νοιάζει τι κάνει το δικό μου το παιδί». Και φωνάζει και ο μπαμπάς τής λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ, δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;» Κι η μαμά τού λέει: «Δεν ουρλιάζω, συζήτηση κάνουμε». Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Ναι, έχεις δίκιο. Μπορεί στο ισόγειο να μη σε άκουσαν». Κι η μαμά του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου ΄λεγα τώρα». Και δεν του λέει.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μιλάει για πολλή ώρα. Κι ακούγονται μόνο τα πιρούνια, τα μαχαίρια κι ο αδελφός μου που κάνει κλάπα κλούπα με τη γλώσσα του. Κι η μαμά τού λέει: «Δεν μπορείς να φας σαν άνθρωπος;» Κι ο αδελφός μου της λέει: «Σαν άνθρωπος τρώω». Κι η μαμά μου του λέει:
«Θα σε καλέσουνε σε κάνα σπίτι, ρεζίλι θα γίνουμε».

Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Μπορείς να σταματήσεις μία στιγμή, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α, αυτό το μπουρ μπουρ μπουρ, μες στ΄ αυτί μου. Έλεος δηλαδή, ΕΛΕΟΣ, Ε-Λ-Ε-Ο-Σ!». Κι η μαμά μου λέει: «Δεν φτάνει που έχω γίνει χίλια κομμάτια να σας υπηρετώ όλους εδώ μέσα, μια καλή κουβέντα να ακούσω, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Έριξες πολύ αλάτι, λύσσα το ΄κανες». Κι η μαμά τού λέει: «Ορίστε, εκεί που μας χρωστάγανε, μας πήραν και το βόδι». Κι εγώ ρωτάω: «Πότε είχαμε βόδι και μας το πήρανε;». Κι ο αδελφός μου μού λέει: «Είσαι μαλακισμένο». 
Κι εγώ βάζω τα κλάματα και λέω: «Με λέει μαλακισμένο». Κι ο μπαμπάς μου του λέει: «Μη λες την αδελφή σου μαλακισμένο». Κι ο αδελφός μου λέει: «Αφού είναι;» Κι η μαμά μου λέει: «Και δεν θέλω να ακούω τέτοιες λέξεις εδώ μέσα». Κι ο αδελφός μου της λέει: «Όταν τις λέει ο μπαμπάς είναι καλά;». Κι η μαμά μου λέει στον μπαμπά μου: «Ορίστε, είδες το παράδειγμα που δίνεις στα ίδια σου τα παιδιά».
 Κι ο μπαμπάς μου λέει: «Μια μπουκιά δεν μπορούμε να φαρμακώσουμε σ΄ αυτό το σπίτι, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι η μαμά μου του λέει: «Τι μπουκιά, εσύ δεν είπες είναι λύσσα; Κι άμα δεν σ΄ αρέσει, να πας να σου μαγειρεύει η Βιβή». Κι εγώ λέω: «Ποια είναι η Βιβή». Κι η μαμά λέει: «Ποια είναι η Βιβή, Μανώλη; Πες στο παιδί σου, στο σπλάχνο σου, στην κόρη σου ποια είναι η Βιβή, Μανώλη». Κι ο πατέρας μου λέει: «Η κυρία Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος κι η μάνα σας είναι μια τρελή γυναίκα».

Κι η μαμά λέει:
«Γι΄ αυτό γυρίζουμε μεσάνυχτα, Μανώλη; Επειδή η Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος, Μανώλη;». Κι ο μπαμπάς λέει: «Γυρίζουμε μεσάνυχτα, διότι τα μεσάνυχτα βρίσκουμε να παρκάρουμε. Άντε να δούμε πού θα φτάσει ο πληθωρισμός πια».
Κι η μαμά μου του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς σου ΄λεγα εγώ». Κι ο μπαμπάς της λέει: «Τι θα μου ΄λεγες εσύ;». Κι η μαμά του λέει: «Το δισάκι μου στον ώμο, για τον δρόμο, για τον δρόμο, αυτό θα σου ΄λεγα εγώ». Κι εγώ λέω: «Έγιν΄ η βροχή χαλάζι, δεν με νοιάζει, δεν με νοιάζειειειειει». Κι ο μπαμπάς κι η μαμά μού λένε: «ΣΤΑΜΑΤΑ!!!» και σταματάω.

ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΛΙ μια σιωπή, ντράγκα ντούγκα τα πιρούνια. Κι ο αδελφός μου λέει: «Έφαγα, πάω μέσα». Κι ο μπαμπάς μου του λέει: «Δεν έχει να πας πουθενά. Τώρα τρώμε όλοι μαζί σαν οικογένεια». Κι η μαμά μου του λέει: «Έχει δίκιο ο πατέρας σου, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι».

Και καθόμαστε όλοι εκεί που καθόμαστε.

"Γειά σου,
Εάν βρέθηκες για πρώτη φορά στο Blog μου, και εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνοντας εγγραφή στο Newsletter του blog μου
, να λαβαίνεις απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στο email σου. Είσαι Twitter user; τότε μπορείς επίσης να με κάνεις Follow στο Twitter.
Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"



Mια τραγική ιστορία...


Πριν δύο χρόνια, περίπου, όταν είχε ξεσπάσει το θέμα με το βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού, στο οποίο δεν υπήρχαν μαρτυρίες από τις σφαγές των Ελλήνων και τον ξεριζωμό τους από την Μικρά Ασία, ήρθε στα χέρια μου εντελώς αναπάντεχα η τραγική ιστορία της Μοσχούλας Τζάλα-Χατζηδημητρίου, η οποία διηγείται τις διώξεις των Ελλήνων, αλλά κυρίως τις μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής τους στη μητέρα Πατρίδα.
Πρόκειται για την συγκλονιστική ιστορία μιας γυναίκας, όπου η ζωή της ήταν μια τραγωδία από την αρχή έως το τέλος της.
Μια ιστορία που πρέπει να διαβαστεί και που σίγουρα θα σας συγκινήσει…


Διήγηση: Μοσχούλας Τζάλα-Χατζηδημητρίου

Ο πατέρας μου λεγόταν Ανδρέας Τζάλας. Η καταγωγή του ήταν από την περιοχή της Σμύρνης, το Καισλάρ. Την πρώτη του γυναίκα την έλεγαν Ζαφώ και με αυτή είχε μια κόρη, την Γεωργία.

Το 1910 που πήγε στρατιώτης στον πόλεμο, έφυγε λιποτάκτης, γιατί η γυναίκα του ήταν άρρωστη από φυματίωση. Το 1912 ξαναπήγε στον πόλεμο και έφυγε πάλι λιποτάκτης.
Όταν γύρισε βρήκε το σπίτι του καμένο και την γυναίκα του πεθαμένη. Τη δεύτερη γυναίκα του, την μάνα μου, την έλεγαν Στυλιανή. Το 1921 γεννήθηκα εγώ, η Μοσχούλα.
Ο πατέρας μου ήταν 17 μήνες αιχμάλωτος. Η μάνα μου πέρασε στη Θεσσαλονίκη με μένα στην αγκαλιά και ένα παιδί στην κοιλιά. Το άλλο αδερφάκι, η Ουρανίτσα, έχει χαθεί.

Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη έπεσε στα μαύρα πανιά. Μόνη σε άγνωστο μέρος. Κάπου βρέθηκε η αδερφή της Κατίνα. Μας έβαλε σε μια αποθήκη. Εκεί η μητέρα μου γέννησε ένα αγοράκι. Σε δύο μέρες όμως πέθανε το μωρό και, για να την παρηγορήσουν, της έδιναν ξένο μωρό, μέχρι που σε λίγες ημέρες πέθανε με το μωρό στην αγκαλιά. Μετά από 17 μήνες αιχμαλωσίας και μη ξέροντας που βρίσκεται η οικογένειά του, ήρθε στη Μακεδονία ο πατέρας μου.
Η κατάστασή του ήταν δραματική. Ότι τσουβάλια εύρισκε στο δρόμο τυλιγόταν, με γενειάδα, με ψείρες και μέσα στη βρώμα.

Στη Μακεδονία βρήκε τον αδερφό του Γιάννη. Τον ρώτησε που είναι η οικογένειά του. Στη Γαστούνη, είπε ο Γιάννης, έχουν πάει κάτω τα αδέρφια μας η Σαβώ (Ελισάβω) και ο Ευγενής. Κατέβηκε τότε ο πατέρας μου κάτω με χαρτιά απορίας και βρήκε τα αδέρφια του. Τον ξεψείρισαν, τον καθάρισαν, τον συγύρισαν. Ρώτησε, που είναι η οικογένειά μου; «Είναι στη Μακεδονία. Θα έρθει, θα έρθει». Έτσι τον ταλαιπώρησαν για ένα μήνα. Μετά από λίγο του αποκάλυψαν ότι «η γυναίκα σου πέθανε». Ρώτησε, «έχω κανένα παιδί στη ζωή;». «Έχεις τη Γεωργία από τον πρώτο γάμο με την Μοσχούλα. Το αγοράκι πέθανε και η Ουρανίτσα έχει χαθεί». «Που χάθηκε;», ρώτησε. «Οι Τούρκοι την πήραν; Το τούρκεψαν; Το σκοτώσανε; Δεν ξέρουμε».

Τη Γεωργία είχε ο θείος μου στη Πτολεμαίδα και μένα με είχε με τα δυο μου ξαδέλφια, τον Αριστοτέλη και τον Λευτέρη. Η Γεωργία ήταν παντρεμένη με έναν Γ. Μιχαλόπουλο στην Ποντοκόμη, αλλά στο διάστημα αυτό αρρώστησε σοβαρά από επιληψία.
Ο γαμπρός μας είπε ότι δεν μπορεί να την κάνει καλά. «Να την πάτε σε γιατρούς στην Αθήνα, να βοηθήσετε και σεις από εκεί και εγώ από εδώ μήπως γίνει καλά». Ο πατέρας ,ου που ήρθε πάλι στη Μακεδονία μας έφερε στη Γαστούνη. Η κατάσταση της Γεωργίας δεν βελτιώθηκε και πέθανε στη Γαστούνη περίπου 40 ετών.

Στη Γαστούνη ο πατέρας μου έδωσε κουράγιο στον εαυτό του και άνοιξε ένα μαγαζί εργαστήριο γιαούρτης για να βγάζει τα έξοδά του. Ήταν καλός τεχνίτης και παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων κατάφερε να επιβάλλει το προϊόν, έτσι ώστε να το τρώει ο κόσμος. Μάλιστα ήταν τόσο δραστήριος που συνέβαλε στο να οργανωθούν οι πρόσφυγες το 1927 σε σύλλογο, την «ΕΝΩΣΗ», για να αγωνίζονται προς επίλυση των προβλημάτων τους. Το οικόπεδο του σπιτιού του ήταν ένας κήπος, μικρός παράδεισος, με κληματαριές, μουριές, ακακίες, ροδιές, κορομηλιές, συκιές, φουντουκιά, τζιτζιφιά, μανταρινιά, πορτοκαλιές, καρδιές, κυδωνιές, άνθη. Το χωράφι του μετέτρεψε από αγκιναρότοπο σε κτήμα με σουλτανίνα, κέρινα, φράουλες, οινοστάφυλα, οπωροφόρα δέντρα, με αγροικία που είχε όλες τις προϋποθέσεις μιας σκληρής μεν, γλυκιάς δε διαβίωσης. Παρήγαγε σουσάνια, ρεβίθια, όσπρια και γενικά καρπούς που εδώ δεν ήξεραν ούτε να χρησιμοποιούν. Όλα μετά από σκληρή δουλειά.

Την τελευταία του γυναίκα, την Παναγιώτα Καραογλάνογλου, γνώρισε αρχικά στο Σαμπάναγα (Αγία Μαύρα), όπου είχαν μεταφερθεί και δούλευαν εκεί σαν σκλάβες. Εκεί η Παναγιώτα είχε βρει ένα τσουβάλι με άχυρα για να κοιμάται, ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και γνώρισε τον πατέρα μου, που τον παντρεύτηκε μετά από χρόνια. Όταν την έφερε ο πατέρας μου είπε, «από εδώ η μαμά σας που ήταν έξω και ήρθε». Δεν μου είπε ότι δεν ήταν μητέρα μου. Είχε μα φωτογραφία της μητέρας μου μικρή, την μεγέθυνε και την έβαλε στο μαγαζί. Ρώτησα την Παναγιώτα, «ποια είναι αυτή μητέρα;», παίρνοντας την απάντηση, «Είναι η θεία σου που είναι στη Μακεδονία. Την ξέρεις; Τώρα θα έχει πεθάνει». Χρειάστηκε να περάσουν 19 χρόνια για να μάθω ότι η Παναγιώτα ήταν μητριά μου.

Ήταν μια βασανισμένη γυναίκα, υπομονετική, και με άγια ψυχή, πάντα με το χαμόγελο και με ψυχική δύναμη που έβρισκε κουράγιο να διασκεδάζει τον πόνο της. Η ζωή της άρχισε βασανιστική στην περιοχή της Τραπεζούντας όπου καταγόταν, από τους Τούρκους και τέλειωσε πάλι πληγωμένη από τους Τούρκους, αφού της έμελλε να γευτεί και τον χαμό του τελευταίου εγγονού της Δημήτριου Λούρμπα το 1974 στην Κύπρο, κατά την εισβολή του Αττίλα.
Είχε γεννηθεί σε χωριό της Τραπεζούντας. Τον πατέρα της έλεγαν Βασίλη και τον αδερφό της Δημήτριο, τους σκότωσαν και τους δύο οι Τούρκοι. Τον πατέρα της κατηγόρησαν οι Τσέτες σαν αντάρτη, είχε παντρευτεί στον Πόντο. Τον πρώτο της άντρα τον έλεγαν Γιώργο και είχε κάνει ένα αγοράκι, τον Δημήτρη.
Με τις μετακινήσεις που τους επέβαλλαν οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα παιδιά τους για να τα φάνε τα τσακάλια, με σκοπό να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Η Παναγιώτα με το πουκάμισο που έφυγε από το κρεβάτι της έκανε τρία χρόνια να φτάσει από τον Πόντο στην Μακεδονία. Τρία χρόνια ταλαιπωρίας, πήγαιναν μπροστά οι Τούρκοι, πίσω οι δικοί μας. Πήγαιναν μπροστά οι δικοί μας, πίσω οι Τούρκοι. Σε μια στιγμή όπως περπατούσαν βρέθηκε μπροστά της ένα βαφτιστήρι της και της λέει, «νονά, νονά, τον Δημήτρη τον σκότωσαν. Εκεί είναι». Πήγε η Παναγιώτα να δει και της έκλεισαν το στόμα για να μην φωνάξει και την ακούσουν οι Τούρκοι. Παρόμοια σκηνή αντιμετώπισε όταν βρήκε κατασπαραγμένο το μωρό που είχε αφήσει στο δρόμο για να γλυτώσει τους άλλους, που έκλαιγε όλη νύχτα για να μην τους ανακαλύψουν οι Τούρκοι.

Από την Μακεδονία έφτασε με πλοίο στου Σαμπάναγα με την Μαγδαληνή του Λουκουμάκια και άλλες. Κατέβαιναν στη Γαστούνη να δουλέψουν στα καλαμπόκια. Με τον πατέρα μου έκανε εφτά παιδιά από τα οποία έζησαν τα τρία κορίτσια, η Μαρίκα, η Παρθενία και η Ευδοξία. Μετά την Μαρίκα γέννησε δύο αγόρια και άλλα δύο μετά την Παρθενία. Της πέθαναν οχταμηνίτικα όλα.

Του πατέρα μου πέθαναν τα αγόρια και του αδερφού του Γιάννη τα κορίτσια. Ο πατέρας μου είχε αλληλογραφία με τον αδερφό του Γιάννη και όταν πέθαναν τα δυο του αγόρια του έγραψε, «Έλα, βρε αδερφέ μου, μην στεναχωριέσαι και εγώ έχασα την κόρη μου». «Βρε αδερφέ, μην στενοχωριέσαι και εγώ έχασα τον γιο μου». Μετά πάλι ο θείος έγραψε, «Μη στεναχωριέσαι έχασα το βόδι μου, έχασα τα γελάδια μου. Όλο ζημιές πάθαινε ο κακομοίρης!

Όταν ήρθαμε στη Γαστούνη ήμουν 4-5 ετών και μείναμε στο σπίτι του Κότα του γιατρού, σε ένα υπόγειο. Ζούσε τότε μια κοντή, χοντρή γυναίκα, η Φώτω, σαν υπηρέτρια. Τον πατέρα του γιατρού είχε ληστέψει ένας ληστής τότε ο Καπλάνης. Από εκεί φύγαμε και πήγαμε στα Οικονομαίικα, στο σπίτι του Γάτου (Θωμόπουλου). Μετά μείναμε στην Καθολική, στην Αγκινάρα, σε διάφορα μέρη. Ο πατέρας μου άνοιξε ένα μαγαζί και πουλούσε γιαούρτες σε τσουκάλια. Μέχρι τότε τη δουλειά αυτή δεν την έκανε κανείς. Ο πατέρας μου είχε όνομα στη δουλειά. Μετά από καιρό βγήκε ο Κουρτέσης και αργότερα ο Παργινός. Ο πατέρας μου είχε βγάλει άδεια από την εφορία για γαλακτοπωλείο και είχε δικαίωμα να ανοίγει κάθε μέρα και τις γιορτές ορισμένες ώρες. Ο Παργινός είχε τυροκομείο και πουλούσε γιαούρτια χωρίς άδεια. Παραπονέθηκε ο πατέρας μου στη νομαρχία και έγινε μήνυση του Παργινού. Τότε ο Παργινός έκανε καρτέρι του πατέρα μου με πιστόλι και τον απείλησε. Ο πατέρας μου του είπε ήρεμα: «Παιδιά έχεις εσύ, παιδιά έχω κι εγώ. Μην κλείσουμε τα σπίτια μας. Αυτό
που ανήκει στον καθένα μας ας το δουλέψουμε».

Κάθε μέρα μας έπαιρνε κοντά του για να μην μας πλησιάσει ο Παργινός και έλεγε, «τα μαγαζιά ας κλείσουν, σπίτια να μην κλείσουν». Το μαγαζί το διαλύσαμε όταν αρρώστησε ο πατέρας μας και τρέχαμε στους γιατρούς. Πρέπει να είχε καρκίνο του αίματος και πέθανε 4 Απρίλη του 1948.

Η αδερφή μου Μαρίκα, η πρώτη κόρη της Παναγιώτας, ήταν πολύ όμορφη. Περπατούσε κι έτρεμε η γη. Ποιος θα είναι ο τυχερός να την πάρει, έλεγαν. Και κατάφερε να την πάρει σε ηλικία 17 ετών ο γέρος, λέγανε τότε, ο Δημήτριος Λούρμπας σε ηλικία 45 ετών, ντόπιος στην καταγωγή αλλά καλός άνθρωπος. Οι δικοί του ήταν όλοι ανύπαντροι και δεν ήθελαν τον γάμο, γιατί το θεωρούσαν υποτιμητικό να πάρει μια προσφυγοπούλα και τον έδιωξαν από το σπίτι. Το πρώτο παιδί που έκαναν ήταν ο Κώστας Λούρμπας το 1947. Ήταν το πρώτο παιδί μετά τον ερχομό των προσφύγων, που γεννήθηκε από ντόπιο και προσφυγοπούλα στη Γαστούνη. Η τύχη εδώ έπαιξε παράξενα παιχνίδια. Όταν η Μαρίκα έμεινε έγκυος, λόγω του ότι δεν είχε γίνει γάμος, οι Λουρμπαίοι δημιούργησαν επεισόδια, σκέφτηκαν να προχωρήσουν σε αποβολή, αλά τους απέτρεψε ο Επαμεινώνδας Γερολυμάτος. Έτσι γεννήθηκε ο Κώστας που είχε ρίζες στο Πόντο από τη γιαγιά Παναγιώτα, ρίζες από τη Σμύρνη από τον παππού Ανδρέα Τζόλα, ρίζες από τη Μάνη όπου η καταγωγή της οικογένειας Λούρμπα και ρίζες από τα Μαγούλιανα, από τη γιαγιά του Διαμάντω Λούρμπα.

Το 1949 η Μαρίκα γέννησε δίδυμα, τον Γιάννη και τον Ανδρέα. Αργότερα, όταν ήταν έγκυος στο Δημήτρη έγινε κρυφά στο σπίτι από τον παπά-Νίκο ο γάμος με κουμπάρο τον κουνιάδο μου Χρήστο Χατζηδημητρίου.

Στις 1 Απρίλη του 1952 σκοτώθηκε ο άντρας της Μαρίκας στη Μπούκα από δυναμίτη κι έμεινε μόνη με τα τρία παιδιά και ένα στην κοιλιά. Τότε έγιναν δραματικά γεγονότα. Η οικογένεια του άντρα της δεν την άφησαν ούτε στην κηδεία. Με τη συνοδεία της αστυνομίας την άφησαν να πλησιάσει μόνο στο νεκροταφείο και αφού ο παπά-Νίκος τους αποκάλυψε ότι είναι νόμιμη σύζυγος γιατί τους είχε στεφανώσει. Τα όσα έγιναν τότε ήταν το αποκορύφωμα του ρατσισμού και της κακής συμπεριφοράς των ντόπιων απέναντι στους Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Μετά η Μαρίκα γέννησε το τέταρτο αγόρι που του έδωσε το όνομα του άντρα της, Δημήτρη. Το παιδί αυτό μεγάλωσε, ψήλωσε, έγινε ωραίος άντρας, αλλά χάθηκε άδικα στην Κύπρο το 1974, περίπου 19-20 ετών. Αυτό δεν μπόρεσε να το καταπιεί κανείς, ιδιαίτερα η Μαρίκα και η γιαγιά Παναγιώτα, που στα τελευταία της έμελλε να γευθεί άλλη μια πίκρα από τους Τούρκους.
Η τύχη της έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Το παιδί που άφησε στο Πόντο, ο αδερφός της, ο πεθερός της, ένα παιδί που μάζεψε το 1940 από την αγκαλιά της πεθαμένης μητέρας του και το μεγάλωσε, ο άντρας της Μαρίκας και το παιδί που χάθηκε στην Κύπρο, όλοι πήγαν από βίαιο θάνατο και είχαν το ίδιο όνομα, Δημήτρης.
Η ζωή της ήταν μια τραγωδία από την αρχή έως το τέλος.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Πατρίς», 22 Απριλίου 2007 και στο «Ηλειακό Πανόραμα 10»)



"Γειά σου,
Εάν βρέθηκες για πρώτη φορά στο Blog μου, και εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνοντας εγγραφή στο Newsletter του blog μου
, να λαβαίνεις απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στο email σου. Είσαι Twitter user; τότε μπορείς επίσης να με κάνεις Follow στο Twitter.
Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"


Συνέντευξη-zoyzoy


User Name zoyzoy
2010-1-18 13:48:27 1575

1. Τι σε οδήγησε ν' ασχοληθείς με το blogging; Ποιό ήταν το κίνητρο που σε έβαλε στον κόσμο των blogs; Ποια αναγκη σε οδηγησε στο να ανοιξεις δικο σου blog;
Εμπαινα σαν αναγνώστρια και διάβαζα άλλα και μου άρεσε η διαδικασία ανταλαγής απόψεων. Νομίζω η ανάγκη έκφρασης ήταν το κίνητρο να εκφράζομε χωρίς περιορισμούς και να λέω την γνώμη μου ελεύθερα(λέμε τώρα!).

2. Αυτη σου η αναγκη δεν καλυπτεται πλεον χωρις να εχεις blog;
Πιστεύω δεν έχεις τη δυνατότητα να εκφραστείς σ'ενα χώρα αν αυτός είναι της εργασίας σου ή και ο κύκλος σου ακόμα. Πολλοί δεν ακούν όταν μιλάει ο διπλανός τους θέλουν μόνο ν'ακουστούν εκείνοι και να πούν το δικό τους.

3. Τι έχεις κερδίσει απ όλο αυτό το οδοιπορικό στον κόσμο των blogs ;
Ενα σημαντικό αριθμό αναγνωστών! Μπορεί να μην τους γνωρίζω προσωπικά αλλά πιστεύω γνωρίζω τους χαρακτήρες τους. Ενα σεβασμό απ'τους ίδιους προς το άτομό μου. Και μια αυτοεκτίμηση.

4. Σε βοηθησε αυτη σου η ανασχοληση με τα μπλοκ και αν ναι που;
Ξεκαθάρισέ μου την έννοια "άθυτη" !.
(Το "αθυτη" είναι τυπογραφικό λάθος zoyzoy, "αυτή" ήταν η σωστή λέξη)

5. Σε σύγκριση με την χαρά που σου έδωσε αυτός ο χώρος πόση ήταν η απογοήτευση;
Απογοήτευση δεν έχω πάρει προς το παρόν είμαι 1χρόνο και 2 μήνες και δεν έχω τέτοιες εμπειρίες.

6. Ισχυει το οτι αισθανεσαι πιο ανετα να εκφραζεις κατι προσωπικο σου σε ολο το διαδικτυο ενω δυσκολευεσαι να το πεις σε εναν φιλο σου? Αν ναι γιατι πιστευεις?
Οχι για μένα δεν ισχύει αυτό!Γιατί γνωρίζουν οι οικείοι μου το χώρο και δεν μπορώ να εκφραστώ προσωπικά. Σ'αλλο χώρο μπορεί!Ισως γιατί φοβάσαι την κριτική του φίλου σου ενώ απρόσωπα δεν σ'ενδιαφέρει αν είναι και αρνητική η κρητική του.

7. Δεν κερδίζεις από το blog περισσότερο χάνεις χρόνο. Ίσως το κάνεις επειδή σε ευχαριστεί. Όμως ο κόσμος τι κερδίζει από σένα, τι περισσότερο τους δίνεις και πρέπει να σε διαβάζουν;
Τον εαυτό μου τι άλλο!Δεν πιστεύω ότι είμαι άτομο που θ'αλλάξει με τα γραφόμμενά μου κάτι στον κόσμο. Απλά οι σκέψεις μου μπορεί να συμπίπτουν με άλλους και ίσως πολλές φωνές μαζί έχουν μεγαλύτερη ένταση από μία.

8. Είσαι ευχαριστημένος/η με την πορεία της προσφοράς των ιστολογίων;
Κοίτα πιστεύω ότι θέλεις επιλέγεις είναι σαν την T.V έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις αυτά που σ'εκφράζουν! Το σίγουρο είναι ότι αυτή τη στιγμή βγαίνουν πάρα -πολλά αξιόλογα και δεν έχω τον χρόνο να τα διαβάσω.

9. τι ειναι αυτό που σε κανει να ξημεροβραδιάζεσαι μπροστά σε μια οθόνη;
Ισως η υποχρέωση που νοιώθω απέναντι στους αναγνώστες και η περιέργεια για τις νέες τους αναρτήσεις!

10. Αξίζει τον κόπο να αφιερώνετε τόσες ώρες στο blogging και τι είναι αυτό που σας έκανε να το επιλέξετε ως μέσο έκφρασης και επικοινωνίας;
Ομολογώ βλέπωντας τώρα το χρόνο που χαλάω ίσως όχι δεν αξίζει γιατί χάνεις προσωπική και κοινωνική ζωή, Νομίζω ανάγκη αυτοέκφρασης ίσως και λίγο ψώνιο ν'ακουστείς να φανείς !

11. Σίγουρα κάποτε ήσουν άσχετος/η στον χώρο των Blogs, ίσως και να ειρωνευόσουν τους άλλους που ασχολούνταν. Τι σε έκανε να αλάξεις γνώμη και να γίνεις (ίσως) φανατικώτερος/η απο αυτούς;
Ασχετη ναί!Ειρωνεία ποτέ! Αυτή η ερώτηση δεν ισχύει για μένα!

12. τελικά έχεις απολαβές απ'το blogging? Και δεν εννοώ ηθικές (ευχαρίστηση κ.α)εννοώ υλικές! Προσφέρεις ή λαμβάνεις από αυτό στην τελική?
ΧΑ!!Απολαβές τίποτα.Μόνο ηθικές ικανοποίηση,χαρά, υλικές εγώ όχι!Γιατί δεν το'χω δει επαγγελματικά! Ποτέ δεν ξέρεις όμως τι σου ξημερώνει!

zoyzoy,

ΓΙΑ ΝΑ ΛΑΒΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ ΜΕΡΟΣ, ΠΑΤΑ ΕΔΩ!


Gabriel Garcia Marquez: "13 λόγοι να ζεις..."






«Σε αγαπώ, όχι για αυτό που είσαι… αλλά για αυτό που είμαι εγώ, όταν είμαι κοντά σου»

Δεν αξίζει να κλαις για κανέναν. Όσοι αξίζουν τα δάκρυά σου, δεν θα σε κάνουν ποτέ να κλάψεις…


Επειδή πιστεύεις ότι κάποιος δεν σε αγαπάει όσο εσύ θα ήθελες… δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπά με όλη την καρδιά του.


Αληθινός φίλος είναι αυτός που σου κρατάει το χέρι… και ταυτόχρονα αγγίζει την καρδιά σου.


Ο χειρότερος τρόπος να χάσεις κάποιον που αγαπάς… είναι να είσαι δίπλα του, αλλά αυτός να μην είναι εκεί.


Μη σταματάς ποτέ να χαμογελάς, ακόμη και αν είσαι δυστυχισμένος… κάποιος ίσως ερωτευθεί το χαμόγελό σου.


Μπορεί απλά να είσαι ένα άτομο σε όλο τον κόσμο… αλλά για κάποιο άτομο να είσαι ο κόσμος όλος.


Μην ξοδεύεις τον χρόνο σου για κάποιον που δεν νοιάζεται να τον ξοδέψει μαζί σου.

Ίσως ο θεός, θέλει να γνωρίσεις πολλούς λάθος ανθρώπους, μέχρι να γνωρίσεις τον σωστό, έτσι όταν συμβεί αυτό θα είσαι πραγματικά ευγνώμων.


Μην κλάψεις γιατί ήρθε το τέλος σε μια σχέση… χαμογέλα για όλα αυτά που περάσατε μαζί.
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα σε πληγώνουν, πρέπει να συνεχίζεις να έχεις εμπιστοσύνη… απλά να είσαι πιο προσεχτικός.


Γίνε καλύτερος άνθρωπος μέρα με την μέρα… όταν γνωρίσεις αυτόν που ψάχνεις, θα είσαι σίγουρος ότι θα σε αγαπήσει για αυτό που είσαι.


Μην ανυπομονείς, τα καλύτερα έρχονται όταν δεν τα περιμένεις…




"Γειά σου,
Εάν βρέθηκες για πρώτη φορά στο Blog μου, και εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνοντας εγγραφή στο Newsletter του blog μου
, να λαβαίνεις απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στο email σου. Είσαι Twitter user; τότε μπορείς επίσης να με κάνεις Follow στο Twitter.
Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"


More Recent Articles



Click here to safely unsubscribe now from "A! μπε μπα Blog! το Μπινελικοδρόμιο.." or change your subscription or subscribe